Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΛΟ ΤΕΛΟΣ

Δημήτρης Η. Παστουρματζής

Αυτές οι ιστορίες δεν έχουν καλό τέλος

Συνήθως έτσι γίνεται, παραμιλούσε, όταν συμφωνούν και οι δύο. Κι αν διαφωνούν;
Σηκώθηκε από το χαμηλό καναπέ κι άρχισε να βηματίζει πάλι πάνω-κάτω στη μικρή αίθουσα αναμονής. Αυτή η ιστορία τον έκανε να παραμιλάει. Να καταλάβαινε, τουλάχιστον και το λόγο. Ασυναίσθητα βρέθηκε να ξαναμετράει, φωναχτά αυτή τη φορά, τα μεγάλα μπεζ πλακάκια στο πάτωμα. Βήμα και πλακάκι, ενα, δύο...
πλακάκι και σκέψη...τρία...
Γιατί στα πράγματα που γίνονται από δύο να πρέπει να αποφασίζει μετά ένας;...
τέσσερα, πέντε...
Στην αρχή, όταν του το 'πε, δεν πίστευε στα αυτιά του...έξι...
Είχε φυλάξει κάπου μέσα του τα υπολείμματα εκείνης της γλυκιάς συγκίνησης...επτά...
Τόσα χρόνια ήταν μαζί και χώρια...
...το όγδοο ραγισμένο...
στομαυροπίνακα της ζωής του γραμμένη με κιμωλία...
...εννέα, δέκα, έντεκα...
Με το πρόσωπο στον τοίχο. Ήθελε βάψιμο. Γύρισε. Στο πλάτος τώρα.
...δύο...
Για μέρες δεν μιλούσε.
"Σταμάτα να συμπεριφέρεσαι σαν παιδί. Τί θέλεις, να με γεμίσεις ενοχές; Λίγα προβλήματα έχω και μόνο αυτό μου έλειπε. Αλλά πού να καταλάβετε εσείς. Φταίω εγώ που σου το είπα..."
Τη χτύπησε. Ένα χαστούκι.
"Είσαι ζώο. Ήθελες να κάνω και παιδί μαζί σου."
Σηκώθηκε κι έφυγε.
...τρία, τέσσερα, πέντε, έξι...το έβδομο είχε ένα λεκέ.
Με τη μύτη του παπουτσιού τον έξυσε. Μπροστά του περνούσαν τα χρόνια του μαζί της. Ελεύθερη, αρραβωνιασμένη, παντρεμένη, χωρίς παιδί, με ένα παιδί...
"Θέλω ένα ακόμα τού 'χε πει, ο γιος μου χρειάζεται αδελφάκι. Ένα μαζί σου."
Μετά έμαθε ο άντρας της γι' αυτούς. Για καιρό δεν βλεπόταν. Ξανάσμιξαν μέχρι την ημέρα που του είπε: "Είμαι έγκυος".
Του 'ρθε να κλάψει. Δεν καθάριζε ο λέκες.
...ένα ακόμα βήμα και πάλι τοίχος...
Τη φαντάστηκε ξαπλωμένη σ' εκείνο το πτυσσόμενο κρεβάτι και πολυθρόνα μαζί, με τα πόδια ανοιχτά και σηκωμένα. Ο γιατρός καθισμένος μπροστά της, με τα χέρια του μέσα της, να ξύνει και να ξύνει...
Ήθελε να έρθει μόνη. Δεν συναντιόταν, πια. Αυτός επέμενε.
Η πόρτα άνοιξε απότομα. Μια νοσοκόμα με ποδιά χειρουργείου.
"Ελάτε να τη βοηθήσετε", είπε. Του φάνηκε επιτιμητικά.
Ήταν ξαπλωμένη σε ένα άλλο κρεβάτι πίσω από ένα μικρό διαχωριστικό.
Ο γιατρός κάτι της έλεγε. Την πλησίασε. Γύρισε το βλέμμα της πάνω του. Τα μάτια της, υγρή φωτιά τον ζεμάτισαν. Τα χείλη της σφαλισμένα. Μια γραμμή αυταπάρνησης. Κι όλες εκείνες οι φακίδες, που αγαπούσε, μαύρα στίγματα σε ωχρό φόντo.
Της έπιασε το χέρι αλλά δεν ήταν εκεί.
Περίμεναν μέχρι να συνέλθει. Σε όλη τη διαδρομή της επιστροφής δεν έβγαλε μιλιά. Είπε μόνο να την αφήσει δύο τετράγωνα προτού το σπίτι της μάνας της.
"Να σου τηλεφωνήσω;" τη ρώτησε.
"Όχι", του απάντησε και χωρίς δεύτερη κουβέντα απομακρύνθηκε.



"Καλά δεν ακούς που σου μιλάω τόση ώρα;"
Την κοίταξε ξαφνιασμένος. Η φωνή της ακούστηκε δυνατά στο μικρό καφέ που συναντήθηκαν στην άκρη της πόλης.
"Τί σκέφτεσαι πάλι;"
"Αυτό που λέγαμε", της είπε., "να κάνουμε ένα παιδί..."
"Βλακείες!".


(Δημοσιεύθηκε στο τομίδιο «Μετρό. Καλοκαιρινές ιστορίες» (έκδοση του περιοδικού «Μετρό», 1998) )


2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

https://www.youtube.com/watch?v=AHFInoDzvqg

Ανώνυμος είπε...

https://www.youtube.com/watch?v=S3JU8IdC3Og

Free Blog Counter
Poker Blog