Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

΄Ενδεκα ιστορίες από τη φυλακή

Διηγήματα του Δημήτρη Παστουρματζή

του Βαγγέλη Αθανασόπουλου

Δημήτρης Παστουρματζής: «Ο γενναίος που δεν είμαι».

Εκδόσεις Εντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 58.

Μοιάζει με εφιάλτη αλλά δεν είναι: μόνο οι εφησυχασμένοι, οι εντελώς παθητικοί, οι τρομαγμένοι, αυτοί που βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από τα ασφαλισμένα, κλειστά σπίτια και τους κλειστούς μεγάλους “κύκλους” τους μπορούν να το δουν έτσι. Πρέπει να βλέπει κάποιος την πραγματικότητα ως απειλή των κεκτημένων του ή ως θέαμα γραφικό, για να μπορεί να το δει ως εφιάλτη. Μοιάζει λοιπόν με εφιάλτη αλλά είναι απλώς το έπος της σύγχρονης εποχής. Η αγανάκτηση, η απελπισία, το άλογο ξέσπασμα, η αυτοκαταστροφή, το έγκλημα, η φυλακή, η πρέζα, η ομοφυλοφιλία, η περιθωριοποίηση και το αποτέλεσμά της: ένα “περιθώριο” που, παρά το όνομά του, χτυπά ολοζώντανο στο κέντρο, στην καρδιά του κοινωνικού συστήματος.

Μέσα από το βιβλίο του Δημήτρη Παστουρματζή, Ο γενναίος που δεν είμαι, χαρτογραφείται συγκινησιακά ο κόσμος της φυλακής, όπου η βία γίνεται έκφραση αισθησιασμού και μέσο λαγνείας. Ο κόσμος του Jean Genet σε μια εκδοχή πολύ λιγότερο ποιητική και γι’ αυτό περισσότερο αυθεντική. Τι μας προκαλεί σε αυτά τα κείμενα που εντελώς αμήχανα χαρακτηρίζονται «διηγήματα» στο εξώφυλλο; Η λογοτεχνικότητά τους; Καθόλου, γιατί προγραμματικά εδώ δεν υπάρχουν τέτοιες αξιώσεις. Η σημασία τους ως μαρτυρίες; Ούτε, γιατί σχεδόν καθημερινά μας δίνονται πολύ πιο ωμές ―άρα συναρπαστικές― σχετικές μαρτυρίες. Επίσης, δεν είναι το προσωπικό συναίσθημα (που μόνο περιστασιακά εκτρέπεται σε μελοδραματισμό, όπως π.χ. στο «Μετέωρο στον χρόνο») που συγκινεί. Σε ελάχιστες άλλωστε περιπτώσεις το βιβλίο επιδιώκει τη συγκίνηση, και αυτό αποτελεί μια από τις αρετές του. Αυτό λοιπόν που κάνει τον αναγνώστη να συνεχίσει μέχρι τέλους την ανάγνωση είναι μια λανθάνουσα, αποσπασμαστική και σπασμωδική τελετή αποκάλυψης ενός ξεχασμένου μυστικού: ότι η ανθρωπιά μπορεί να μην είναι αρκετή για να κυριαρχήσουμε πάνω στο περιβάλλον, αλλά είναι το μόνο που μπορεί να μας κάνει να ζούμε όχι απλώς χωρίς δυσκολίες αλλά και με ευχαρίστηση με τον άλλο άνθρωπο.

Δεν είναι άραγε περίεργο ―ή μάλλον ύποπτο― για την κοινωνία και τον πολιτισμό μας ότι αυτή η χαμένη αξία γίνεται δυνατό να έρθει στην επιφάνεια μέσα από κείμενα που περιγράφουν τη ζωή μέσα στη φυλακή; Μήπως οι πιο λειτουργικές από τις κοινωνικές αξίες δοκιμάζονται μέσα στην επικράτεια αυτού που ονομάζουμε “περιθώριο”; Τα ένδεκα αφηγήματα παρουσιάζουν κάποιες στιγμές από τη ζωή ενός έγκλειστου στις φυλακές, αποτελώντας μικρά καλοφωτισμένα κομμάτια από μια εικόνα τεράστια και σκοτεινή: η πρώτη μέρα του εγκλεισμού στο Επταπύργιο, οι βιασμοί μέσα στη φυλακή, η βία, οι απόπειρες αυτοκτονίας που αποτελούν πρόχειρο μέσο εκβιασμού αλλά και έσχατο τρόπο υπεράσπισης της προσωπικής αξιοπρέπειας, η νοσταλγία για την έξω ζωή, για τις καθημερινές ασήμαντες συνήθειες, η πίκρα για τα πρόσωπα που σε ξεχνούν ενώ εσύ προσπαθείς να επιβιώσεις μόνο με την ανάμνησή τους, η τρυφερότητα που αναπάντεχα, ασυνείδητα, αθέλητα, ζωωδώς αλλά και αυθεντικά βγαίνει μέσα από ανθρώπινα πλάσματα που έχουν αφεθεί στην κτηνωδία της τρέλας, η πενθήμερη άδεια που ο φυλακισμένος χρησιμοποιεί για να χορτάσει την πείνα ετών καταβροχθίζοντας «τα στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής των άλλων», μια άδεια που τελικά αισθάνεται πως δεν την εκμεταλλεύτηκε όπως θα έπρεπε:

΄Ετσι πέρασαν οι τρεις πρώτες μέρες. Την τέταρτη επιτέλους τη συνάντησε. Δεν πρόλαβε να πει σχεδόν τίποτε, γιατί εκείνη τον παρέσυρε σ’ ένα σμίξιμο βουβό και παρατεταμένο. Μετά δεν άντεξε, της μίλησε. Τα λόγια του γίναν πόνος και ντροπή. Αν το πρώτο μέλημα των εραστών είναι να προσφέρουν ικανοποίηση ο ένας στον άλλο, το αμέσως επόμενο είναι να πληγώνονται. Πέντε μέρες και πάλι πίσω, με τις πόρτες να κλείνουν ερμητικά στην πλάτη του. Επτά ώρες όλες και όλες ήταν τελικά μαζί της. Μπανιστήρι στη ζωή των άλλων. Σαν μυλόπετρα θα τις αλέθει και θα μηρυκάζει τις στιγμές. Ξαπλωμένος ανάσκελα, δεν έχει κουράγιο ούτε να σκουπίσει τον ιδρώτα που κυλάει στα μάτια του. Και τις μύγες τις αφήνει ανενόχλητες να κάθονται πάνω του. Σκέφτεται πως χεσμένο τον έχουν, έτσι κι αλλιώς.

Στο τέταρτο αφήγημα, όταν ο αφηγητής προσπαθεί να κρατήσει στη ζωή έναν συγκρατούμενο που έχει “χτυπήσει” μιά ένεση ηρωίνης μέσα στο μπάνιο και γυμνός σπαρταρά «σαν ψάρι στο βρόμικο πάτωμα, μπροστά στο διαχωριστικό των λουτήρων», ακούει «μιαν άλλη φωνή, ξεψυχισμένη και απόμακρη», εκεί στο μπάνιο, λίγο προτού χάσει τις αισθήσεις του, να του λέει μια μεγάλη αλήθεια, μιαν αλήθεια πικρή που δεν αφορά μόνο τους έγκλειστους στη φυλακή αλλά όλους τους έγκλεσιτους στη σύγχρονη κοινωνία μας: «Μην προσπαθείς, έτσι κι αλλιώς χαμένοι είμαστε».

Free Blog Counter
Poker Blog