Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

΄Ενδεκα ιστορίες από τη φυλακή

Διηγήματα του Δημήτρη Παστουρματζή

του Βαγγέλη Αθανασόπουλου

Δημήτρης Παστουρματζής: «Ο γενναίος που δεν είμαι».

Εκδόσεις Εντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 58.

Μοιάζει με εφιάλτη αλλά δεν είναι: μόνο οι εφησυχασμένοι, οι εντελώς παθητικοί, οι τρομαγμένοι, αυτοί που βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από τα ασφαλισμένα, κλειστά σπίτια και τους κλειστούς μεγάλους “κύκλους” τους μπορούν να το δουν έτσι. Πρέπει να βλέπει κάποιος την πραγματικότητα ως απειλή των κεκτημένων του ή ως θέαμα γραφικό, για να μπορεί να το δει ως εφιάλτη. Μοιάζει λοιπόν με εφιάλτη αλλά είναι απλώς το έπος της σύγχρονης εποχής. Η αγανάκτηση, η απελπισία, το άλογο ξέσπασμα, η αυτοκαταστροφή, το έγκλημα, η φυλακή, η πρέζα, η ομοφυλοφιλία, η περιθωριοποίηση και το αποτέλεσμά της: ένα “περιθώριο” που, παρά το όνομά του, χτυπά ολοζώντανο στο κέντρο, στην καρδιά του κοινωνικού συστήματος.

Μέσα από το βιβλίο του Δημήτρη Παστουρματζή, Ο γενναίος που δεν είμαι, χαρτογραφείται συγκινησιακά ο κόσμος της φυλακής, όπου η βία γίνεται έκφραση αισθησιασμού και μέσο λαγνείας. Ο κόσμος του Jean Genet σε μια εκδοχή πολύ λιγότερο ποιητική και γι’ αυτό περισσότερο αυθεντική. Τι μας προκαλεί σε αυτά τα κείμενα που εντελώς αμήχανα χαρακτηρίζονται «διηγήματα» στο εξώφυλλο; Η λογοτεχνικότητά τους; Καθόλου, γιατί προγραμματικά εδώ δεν υπάρχουν τέτοιες αξιώσεις. Η σημασία τους ως μαρτυρίες; Ούτε, γιατί σχεδόν καθημερινά μας δίνονται πολύ πιο ωμές ―άρα συναρπαστικές― σχετικές μαρτυρίες. Επίσης, δεν είναι το προσωπικό συναίσθημα (που μόνο περιστασιακά εκτρέπεται σε μελοδραματισμό, όπως π.χ. στο «Μετέωρο στον χρόνο») που συγκινεί. Σε ελάχιστες άλλωστε περιπτώσεις το βιβλίο επιδιώκει τη συγκίνηση, και αυτό αποτελεί μια από τις αρετές του. Αυτό λοιπόν που κάνει τον αναγνώστη να συνεχίσει μέχρι τέλους την ανάγνωση είναι μια λανθάνουσα, αποσπασμαστική και σπασμωδική τελετή αποκάλυψης ενός ξεχασμένου μυστικού: ότι η ανθρωπιά μπορεί να μην είναι αρκετή για να κυριαρχήσουμε πάνω στο περιβάλλον, αλλά είναι το μόνο που μπορεί να μας κάνει να ζούμε όχι απλώς χωρίς δυσκολίες αλλά και με ευχαρίστηση με τον άλλο άνθρωπο.

Δεν είναι άραγε περίεργο ―ή μάλλον ύποπτο― για την κοινωνία και τον πολιτισμό μας ότι αυτή η χαμένη αξία γίνεται δυνατό να έρθει στην επιφάνεια μέσα από κείμενα που περιγράφουν τη ζωή μέσα στη φυλακή; Μήπως οι πιο λειτουργικές από τις κοινωνικές αξίες δοκιμάζονται μέσα στην επικράτεια αυτού που ονομάζουμε “περιθώριο”; Τα ένδεκα αφηγήματα παρουσιάζουν κάποιες στιγμές από τη ζωή ενός έγκλειστου στις φυλακές, αποτελώντας μικρά καλοφωτισμένα κομμάτια από μια εικόνα τεράστια και σκοτεινή: η πρώτη μέρα του εγκλεισμού στο Επταπύργιο, οι βιασμοί μέσα στη φυλακή, η βία, οι απόπειρες αυτοκτονίας που αποτελούν πρόχειρο μέσο εκβιασμού αλλά και έσχατο τρόπο υπεράσπισης της προσωπικής αξιοπρέπειας, η νοσταλγία για την έξω ζωή, για τις καθημερινές ασήμαντες συνήθειες, η πίκρα για τα πρόσωπα που σε ξεχνούν ενώ εσύ προσπαθείς να επιβιώσεις μόνο με την ανάμνησή τους, η τρυφερότητα που αναπάντεχα, ασυνείδητα, αθέλητα, ζωωδώς αλλά και αυθεντικά βγαίνει μέσα από ανθρώπινα πλάσματα που έχουν αφεθεί στην κτηνωδία της τρέλας, η πενθήμερη άδεια που ο φυλακισμένος χρησιμοποιεί για να χορτάσει την πείνα ετών καταβροχθίζοντας «τα στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής των άλλων», μια άδεια που τελικά αισθάνεται πως δεν την εκμεταλλεύτηκε όπως θα έπρεπε:

΄Ετσι πέρασαν οι τρεις πρώτες μέρες. Την τέταρτη επιτέλους τη συνάντησε. Δεν πρόλαβε να πει σχεδόν τίποτε, γιατί εκείνη τον παρέσυρε σ’ ένα σμίξιμο βουβό και παρατεταμένο. Μετά δεν άντεξε, της μίλησε. Τα λόγια του γίναν πόνος και ντροπή. Αν το πρώτο μέλημα των εραστών είναι να προσφέρουν ικανοποίηση ο ένας στον άλλο, το αμέσως επόμενο είναι να πληγώνονται. Πέντε μέρες και πάλι πίσω, με τις πόρτες να κλείνουν ερμητικά στην πλάτη του. Επτά ώρες όλες και όλες ήταν τελικά μαζί της. Μπανιστήρι στη ζωή των άλλων. Σαν μυλόπετρα θα τις αλέθει και θα μηρυκάζει τις στιγμές. Ξαπλωμένος ανάσκελα, δεν έχει κουράγιο ούτε να σκουπίσει τον ιδρώτα που κυλάει στα μάτια του. Και τις μύγες τις αφήνει ανενόχλητες να κάθονται πάνω του. Σκέφτεται πως χεσμένο τον έχουν, έτσι κι αλλιώς.

Στο τέταρτο αφήγημα, όταν ο αφηγητής προσπαθεί να κρατήσει στη ζωή έναν συγκρατούμενο που έχει “χτυπήσει” μιά ένεση ηρωίνης μέσα στο μπάνιο και γυμνός σπαρταρά «σαν ψάρι στο βρόμικο πάτωμα, μπροστά στο διαχωριστικό των λουτήρων», ακούει «μιαν άλλη φωνή, ξεψυχισμένη και απόμακρη», εκεί στο μπάνιο, λίγο προτού χάσει τις αισθήσεις του, να του λέει μια μεγάλη αλήθεια, μιαν αλήθεια πικρή που δεν αφορά μόνο τους έγκλειστους στη φυλακή αλλά όλους τους έγκλεσιτους στη σύγχρονη κοινωνία μας: «Μην προσπαθείς, έτσι κι αλλιώς χαμένοι είμαστε».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΓΗΣ

O γενναίος που δεν είμαι

Του Γιώργου Aράγη

Περιοδικό Πλανόδιον, τχ. 25, Iούνιος 1997

Δημήτρης Παστουρματζής. Ο γενναίος που δεν είμαι. Διηγήματα, Εκδόσεις Eντευκτηρίο, Θεσσαλονίκη, 1996

O γενναίος που δεν είμαι είναι, όσο ξέρω, το πρώτο βιβλίο του Παστουρματζή. Απαρτίζεται από έντεκα διηγήματα τα οποία συγκροτούν έναν μικρό τόμο 57 σελίδων.
΄Ολα τα διηγήματα αναφέρονται στις φυλακές των ποινικών, όπου ο αφηγητής πέρασε αρκετά χρόνια. Είναι διατυπωμένα σε πρώτο γραμματικό πρόσωπο (εκτός από δύο, «Το παζάρεμα» και «Μια μελανιά στο στήθος», που είναι διατυπωμένα σε τρίτο, αλλά που κι αυτά παραπέμπουν στο πρώτο πρόσωπο) και δίνονται από αφηγητή που μετέχει στα διαδραματιζόμενα και συνεπώς είναι ενδοκειμενικός αφηγητής (εκτός από τα δύο τριτοπρόσωπα διηγήματα, όπου είναι εξωκειμενικός). Αναφορικά με τον τρόπο που γίνεται η οργάνωση του υλικού, έχουμε συνδυασμό της θεματικής με τη συνειρμική μέθοδο ― χρονολογική κατάταξη του υλικού με ενδιάμεσες συνειρμικές αναφορές. Πρόκειται δηλαδή για τη μικτή τεχνική την οποία έχει υιοθετήσει η νεότερη διηγηματογραφία μας.
Στον τομέα όμως της τεχνικής του Παστουρματζή υπάρχει κάτι που αξίζει ιδιαίτερη μνεία. Εννοώ την εκμετάλλευση των αντιθέσεων με τη συνδρομή του χρόνου, του τόπου και των προσώπων. Η σύνθεση αντιθετικών δεδομένων αποτελεί παλιά γνωστή αφηγηματική τακτική. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ωστόσο, γίνεται κατά τρόπο που να συνιστά διακριτικό συγγραφικό γνώρισμα. Στοιχείο δηλαδή προσωπικής έμπνευσης. Με ποιόν τρόπο ακριβώς; Το υλικό των διηγημάτων προέρχεται από δύο “κόσμους”: τον εντός της φυλακής και τον εκτός της φυλακής. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στον συγγραφέα να πραγματοποιεί συνθέσεις με στοιχεία, από τις δυό πλευρές, διαφορετικών χρόνων, τόπων και προσώπων. ΄Ετσι το τώρα και το τότε, το εδώ και το εκεί, το εγώ ή αυτός και ο άλλος αποτελούν αντιθετικά στοιχεία με τα οποία υφαίνονται τα κείμενα. Το διήγημα π.χ. που επιγράφεται «΄Ετσι κι αλλιώς, χαμένοι είμαστε...» απαρτίζεται από οχτώ αλληλοδιάδοχα μέρη του τώρα και του τότε (πριν). Αρχίζει με αναφορά στο τώρα της φυλακής (16 σειρές) και συνεχίζεται με την επόμενη αλληλοδιαδοχή: πριν (7 σειρές) ― τώρα (13 σειρές) ― πριν (18 σειρές) ― απώτερο πριν (8 σειρές) ― τώρα (15 σειρές) ― πριν (3 σειρές). Μ’ αυτόν τον τρόπο αρθρώνεται και ολοκληρώνεται ένα διήγημα δυόμιση σελίδων. Το αμέσως επόμενο διήγημα του βιβλίου, που επιγράφεται «Μετέωρο στον χρόνο», παρουσιάζει πιό σύνθετη δομή, με συνδυασμούς του τώρα εδώ, του τώρα εκεί και του τότε εκεί. Ανάλογη είναι και η σύνθεση, που βασίζεται σε αναφορές διαφορετικών προσώπων που συνδέονται με διαφορετικές χρονικές στιγμές και μέρη.

Τα διηγήματα του Ο γενναίος που δεν είμαι εκτείνονται από δυόμιση ως τέσσερις σελίδες το καθένα. Αυτά ωστόσο τα τόσο σύντομα κείμενα αποτελούν ολοκληρωμένες αφηγήσεις. Γεγονός που οφείλεται στην εξαιρετικά οικονομική συγκρότησή τους. Μια συγκρότηση που έχει να κάνει από τη μιά μεριά με την ψηφιδωτή σύνθεση των αντιθέσεων, που προανάφερα, και από την άλλη με τον άμεσο και λιτό λόγο του συγγραφέα. Τόσο στα περιγραφικά μέρη, όσο και στα διαλογικά, ο λόγος των διηγημάτων έχει την αμεσότητα που έχει η προφορική ομιλία των λαίκών ανθρώπων της δράσης. Των ανθρώπων μάλιστα της δράσης με τους οποίους σχετίζεται ο αφηγητής των κειμένων. ΄Εχω εντούτοις την εντύπωση ότι τα γραφτά αυτά δεν είναι προϊόντα αυθόρμητης γραφής, αλλά προϊόντα μιάς κάποιας άσκησης. ΄Ετσι μπορώ να εξηγήσω την οικονομική υφή του λόγου τους, που περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα και ταυτόχρονα διατηρεί την εκφραστική του πληρότητα. Πέρα από την αμεσότητα και την λιτότητα, το γράψιμο του συγγραφέα το χαρακτηρίζει επιπλέον ένας μέσος τόνος. Θέλω να πω ότι δεν κραυγάζει, δεν βγάζει κορώνες, αλλά και δεν χαμηλώνει σεμνότυφα ή υποκριτικά τη φωνή του. Χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι έχουμε μιά ισοπεδωτική χρήση της γλώσσας. Απλώς, υπάρχει ισορροπημένος τόνος. Επιμένοντας πάνω στο θέμα του λόγου, θα ήθελα να σταθώ ακόμα στην ακρίβεια και στην ομοιογένειά του. Λέγοντας ακρίβεια, εννοώ την ισοζυγιασμένη σχέση ανάμεσα στη γραφή και στα δεδομένα που εκάστοτε καλύπτει. Τη δυνατότητα δηλαδή να εκφράζει το κείμενο κατά τρόπο καίριο αυτό στο οποίο αναφέρεται κάθε φορά. Κάτι που στην περίπτωση του Ο γενναίος που δεν είμαι συμβαίνει σε υψηλό βαθμό. Με τη λέξη ομοιογένεια εξάλλου εννοώ την οργανική σχέση του συγγραφέα με το λόγο του. Το να μένει ο συγγραφέας μέσα στα όρια της λεκτικής του επικράτειας, στα πλαίσια της οποίας ασκεί πλήρη έλεγχο στο εκφραστικό του όργανο. Το να χρησιμοποιεί δηλαδή τη γλώσσα στα δικά του μέτρα, σύμφωνα με την ιδιαιτερότητά του. Μιά τέτοια σχέση είναι ευδιάκριτη μέσα στα κείμενα για τα οποία μιλώ. Και ακριβώς επειδή υπάρχει η ανάλογη ομοιογένεια, μπορεί κανείς ενεργώντας σχολαστικά να επισημάνει δυό-τρία μικροπράγματα σε όλο το βιβλίο. Τα σημειώνω για λόγους αρχής. Στη σελίδα 49, στην περίοδο «Η φωνή έμοιαζε να έρχεται από το πουθενά», το «από το πουθενά» χρησιμοποιείται με τη γνωστή δημοσιογραφική αστοχία: ακυριολεξία που συνιστά σημασιολογικό λάθος. Στη σελίδα 50 επίσης, στην περίοδο «Γεμάτος αίματα, πρησμένος, κρατούσε τα μάτια κλεισμένα σφιχτά, σαν να γινόταν να ακυρώσει έτσι όσα του συνέβαιναν», το ρήμα «ακυρώσει» ήχεί κουλτουριάρικα και δεν ευστοχεί νοηματικά. Τέλος στη σελίδα 52, στην περίοδο «Μιά ματιά ήταν αρκετή για να καταλάβω τι παιζόταν και να νιώσω αδρεναλίνη και φόβο να με κατακλύζουν», η χρήση της λέξης «αδρεναλίνη», ακόμα και με μεταφορική σημασία, είναι παρατραβηγμένη. Βέβαια, όπως έχω πει, αυτές οι τρεις λεκτικές παρωνυχίδες είναι δυνατό να εντοπιστούν επειδή ο λόγος του συγγραφέα έχει δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα και συνέπεια. Διαφορετικά δεν θα ’χε νόημα να επισημάνει κανείς τέτοιες λεπτομέρειες. Σε πολλά από τα ηχηρά πεζογραφήματα της επικαιρότητας βρίσκεις, χωρίς πολύ κόπο, χονδροειδείς λεξικές και συντακτικές αστοχίες. Εκεί οι λεπτομέρειες χάνουν τη σημασία τους.
Από άλλη άποψη, ο λόγος του Παστουρματζή έχει την αδρότητα εκείνη που χαρακτηρίζει ορισμένη πτυχή της νεοελληνικής πεζογραφίας. Αυτή που αρχίζει με τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, συνεχίζεται με την Ιστορία ενός αιχμαλώτου του δούκα και αντιπροσωπεύεται στις μέρες μας από το ... Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς του Μίσσιου και το Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου του Δημητρίου. Είναι ένας λόγος δωρικός, χωρίς παραγεμίσματα, που εκφέρεται, και όταν δεν είναι, ως μαρτυρία. ΄Ετσι που να δανείζεται κάτι από τη σωματική αίσθηση της συντελεσμένης πράξης: την αμεσότητα, την αδρότητα και τη δραματικότητά της.

Τα κείμενα του Ο γενναίος που δεν είμαι, παρ’ όλες τις δομικές και γλωσσικές αρετές τους και παρ’ όλη την καυτή θεματογραφία τους, δεν θα ’χαν, πιστεύω, ιδιαίτερη βαρύτητα αν δεν είχαν αξιόλογο υπαρξιακό έρμα.
Τι εννοώ;
Εννοώ ότι σ’ ένα πρώτο επίπεδο εκφράζουν εμπειρίες από τη φυλακή σε αντιπαράθεση με τις εμπειρίες της ελεύθερης ζωής. Το κοινωνιολογικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει το επίπεδο αυτό των κειμένων είναι ασφαλώς μεγάλο. Γιατί αποκαλύπτει τους σκληρούς έως απεχθείς κανόνες του παιχνιδιού από τους οποίους διέπεται η απόβλητη κοινωνία των φυλακισμένων. Από καθαρά λογοτεχνική πλευρά ωστόσο, αυτό το θέμα έχει την ίδια σημασία που έχει, ας πούμε, ένα ταξίδι με το λεωφορείο ή το να ξαπλώσει και να κοιμηθεί κανείς κάτω από μιά βελανιδιά. Θέλω να πω ότι τα διηγήματα του Παστουρματζή δεν τα σώζει το θέμα τους ― αν αξίζουν κάτι ως λογοτεχνικά κείμενα δεν είναι επειδή αναφέρονται σε φυλακισμένους. Ό,τι τα σώζει από τη συγκεκριμένη άποψη είναι η βαθύτερη σχέση του συγγραφέα με το αντικείμενό του. Μιά σχέση που μας πάει, πέρα από τα εμπειρικά δεδομένα, στα βαθιά νερά της ύπαρξης ή του βιωματικού γίγνεσθαι. Εκεί που δοκιμάζει κανείς και αναγνωρίζει τα όριά του. Μέσα από τα δοσμένα γραφτά αναδύεται μιά προσωπικότητα που ενεργεί απροσχημάτιστα και χωρίς πολιτική απέναντι στον αναγνώστη και στον εαυτό της. Αναλυτικότερα:
Χωρίς πολιτική απέναντι στον αναγνώστη σημαίνει πως ό,τι κάνει το κάνει δίχως να σκέφτεται και να υπολογίζει τον αναγνώστη με σκοπό να ρυθμίζει ανάλογα τη συμπεριφορά της. Μ’ άλλα λόγια, δεν κοιτάζει να κολακέψει τον αναγνώστη ή να τον εντυπωσιάσει με τα βάσανά της ή να τον συγκινήσει με τον πόνο της. Σε τελευταία ανάλυση, δεν του παρασταίνει τίποτα που δεν είναι. Γι’ αυτό και τα κείμενα πείθουν για την ειλικρίνειά τους. Την ίδια απροσχημάτιστη στάση κρατάει και απέναντι στο λόγο ― στάση από την οποία κολάζονται αρκετές ωμές εκφράσεις που έτσι δεν ενοχλούν ως εξεζητημένες ή άσκοπα προκλητικές.
Χωρίς πολιτική απέναντι στον εαυτό της, η προσωπικότητα που προανάφερα, σημαίνει πολλά πράγματα. Κυρίως όμως ότι ενεργεί χωρίς να χαρίζεται στον εαυτό της. Με την έννοια ότι ο άνθρωπος από τον οποίο αποκτούν ψυχή τα κείμενα και στον οποίο παραπέμπουν δέχεται τα γεγονότα ανοιχτός και διαθέσιμος στις συνέπειές τους. Χωρίς να λιποτακτεί ή να κρατάει πισινή ή να υποβιβάζει τη σημασία τους. Είναι φανερή μέσα στις αφηγήσεις η ερωτοτροπία του με τις δύσκολες καταστάσεις. Δύσκολες όχι μόνο καθεαυτές, αλλά προπάντων ως δοκιμαστήριο των ορίων του. Των ορίων του θάρρους, της καρτερικότητας, της εντιμότητας, της στέρησης, της ταπείνωσης κ.λ.π. Αυτή η ερωτοτροπία με τα δύσκολα, ως εσωτερική δοκιμασία, χαρίζει στα κείμενα μερικές από τις κορυφαίες τους στιγμές. Είναι οι στιγμές που ο συγγραφέας μας παρουσιάζει τον αφηγητή του να ζει, μ’ όλο το είναι του συσπειρωμένο και με μεγάλη ένταση, καθημερινά, αλλ’ όχι γι’ αυτό ασήμαντα, συμβάντα της φυλακής. Και πρέπει να ειπωθεί πως τα κείμενα αυτά, εκτός από τις κορυφώσεις τους, διατηρούν υψηλό βαθμό έντασης πάντα, από την αρχή μέχρι το τέλος τους. Αξίζει να σημειωθεί σχετικά η οξυμένη παρατηρητικότητα του αφηγητή πάνω στα πρόσωπα των συναδέλφων του. ΄Οπου καθρεφτίζεται κάποτε η απόφαση μιάς ενέργειας που τον αφορά ή τα σημάδια μιάς σωματικής και ψυχικής τυραννίας.
Κάνοντας μια σχηματική διάκριση θα έλεγα πως τα διηγήματα του Ο γενναίος που δεν είμαι αναφέρονται σε δύο βασικές καταστάσεις. Της μοναξιάς και της βίας ή της απανθρωπιάς. Από τα έντεκα της συλλογής, δύο («Μετέωρο στον χρόνο» και «Μιά μελανιά στο στήθος») αφορούν τη μοναξιά. Εφτά («Διάπλασις σώματος», «Ο κανόνας», «΄Ετσι κι αλλιώς, χαμένοι είμαστε...», «Το καθρέφτισμα», «Η παρεξήγηση», «10 / Χαριλάου - Νέος σιδηροδρομικός σταθμός», «Ο γενναίος που δεν είμαι» αφορούν την σκληρότητα που επικρατεί στις φυλακές. Και δύο («Το πιό βαθύ πηγάδι», και «Το παζάρεμα») έχουν να κάνουν και με τις δυό βασικές καταστάσεις.
Η μοναξιά είναι ουσιαστικά παράγωγο της στέρησης. Υπάρχει πάντα στο ευρύτερο πλαίσιο η στέρηση της ελευθερίας. Μέσα όμως στο στενότερο της κάθε αφήγησης γίνεται συγκεκριμένη πιό πολύ ως απουσία αγαπημένων προσώπων. Σε συνάρτηση και με την ψυχική διάθεση του αφηγητή και με τις συνθήκες που επικρατούν στο άμεσο περιβάλλον του. ΄Ετσι οργανώνεται ψηφίδα την ψηφίδα μιά κλίμακα θυμικής έντασης που ανεβαίνει προς την έξοδο του τέλους. Στο διήγημα π.χ. «Μετέωρο στον χρόνο» έχουμε το ακόλουθο σκηνικό: Είναι νύχτα της Ανάστασης μέσα στο θάλαμο της φυλακής. Ο αφηγητής προσπαθεί να κοιμηθεί, αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να καπνίζει το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο. Ταυτόχρονα ο νους του τρέχει μακριά στους δικούς του. «Τώρα θα ήταν ντυμένοι» σκέφτεται «και σχεδόν έτοιμοι να ξεκινήσουν...» Μέσα στο θάλαμο επικρατεί σχετική ησυχία. Σημειώνει ό,τι πέφτει στην αντίληψή του από τους συγκρατούμενούς του και ο νους του πάλι τρέχει. «Η ώρα πλησίαζε. Θα είχαν βγει ήδη στον δρόμο. ΄Ίσως να ’τανε κιόλας στο προαύλιο, συγκεντρωμένοι σε ομάδες και παρέες, με την οικειότητα που μόνο κάτι τέτοιες στιγμές δημιουργείται, διάχυτη στον αέρα, ανάμεσα σε μέχρι πριν από λίγους άγνωστους-γνωστούς, συμπολίτες και γειτόνους...» Στο τέλος ξυπνάει ο διπλανός του και αλληλοεύχονται «Καλή Ανάσταση». Και πάλι ο νους του κοντά στους δικούς του: «Τώρα θα έχουν πάρει το δρόμο της επιστροφής, αδημονώντας για τη μαγειρίτσα και το αναστάσιμο τραπέζι...» Μέχρι τις καταληκτικές σειρές της εξόδου. «΄Εμεινα με το βλέμμα καρφωμένο στο σκοτάδι, τραβώντας το σκέπασμα μέχρι το λαιμό. Δεν είχε άλλο τσιγάρο γι’ απόψε. Ξημέρωνε μιά δύσκολη μέρα που θα κυλούσε αργά, πολύ αργά.» Μίλησα προηγουμένως για κλίμακα θυμικής έντασης. Είναι σημαντικό ότι ο συγγραφέας δεν παρουσιάζει ναρκισσευόμενες, αισθηματολογικές πτώσεις. Παραμένει, όπως θα δούμε και παρακάτω, κατεξοχήν στο επίπεδο των διαπιστώσεων. Ακόμα και όταν ο αφηγητής, μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο, ενδοσκοπεί τη μοναξιά του.
Η σκληρότητα που εκδηλώνεται στις φυλακές οφείλεται γενικότερα βέβαια στο σύστημα, στις κοινωνικές αντιλήψεις κ.λ.π. Ειδικότερα όμως στον τρόπο που συμπεριφέρονται οι φύλακες στους φυλακισμένους και οι φυλακισμένοι μεταξύ τους. Ο συγγραφέας περιορίζεται σε μερικά χαρακτηριστικά περιστατικά, ιδωμένα κάθε φορά από τη μεριά ενός ατόμου που ανήκει στους φυλακισμένους. Τα κείμενα μπαίνουν διακριτικά ή απότομα στο θέμα τους. Πάντα όμως η δραματική κορύφωση δίνεται σταδιακά με αναδρομές στο παρελθόν και επαναφορές στο παρόν. Μέχρι το συνεπές και εξίσου δραματικό τέλος. Ο,τι έχει σημασία να ειπωθεί εδώ είναι πως τα περιστατικά δίνονται χωρίς συναισθηματισμούς, αλλά μ’ έναν τρόπο αυτοψίας. Τα συναισθήματα του προσώπου από τη μεριά του οποίου παρακολουθούμε τα διαδραματιζόμενα, σχεδόν παραμερίζονται για να μείνει ο λόγος στις διαπιστώσεις. Κατά τον ίδιο τρόπο ο συγγραφέας αποφεύγει τα σχόλια, προτιμώντας να παρουσιάζει όσο γίνεται γυμνά τα γεγονότα, χωρίς ηθικές ή άλλες αναστολές. Μολοταύτα αυτή η αφήγηση δεν αφήνει αδρανή τα συναισθήματα του αναγνώστη. Και τούτο γιατί ή έλλειψη αλληλεγγύης, κατανόησης και ανθρωπιάς που εκφράζουν τα γεγονότα, διεγείρει αυτά ακριβώς τα συναισθήματα στον αναγνώστη. Στο διήγημα «Το παζάρεμα» ― ένα από τα πιό «μαλακά» της κατηγορίας― ο φυλακισμένος από τη μεριά του οποίου δίνεται το περιστατικό, ανατρέχει στα παιδικά του χρόνια. Είναι νύχτα προχωρημένη και στο θάλαμο κοιμούνται. Θυμάται που μικρός ανέβαινε τα βράδια στην ταράτσα του σπιτιού του και ονειροπολούσε κοιτάζοντας τ’ αστέρια. Εκεί τον έπαιρνε ο ύπνος ώσπου να τον ξυπνήσουν οι φωνές της μάνας του. ΄Ομως τώρα τον συνεφέρνει στο παρόν μιά φωνή από άλλο θάλαμο. «―Φύλακας!...» Η φωνή αυτή θα επαναληφτεί κατά διαστήματα άλλες δυό τρεις φορές πιό έντονα και απεγνωσμένα, ενώ τα εμβόλιμα αφηγηματικά μέρη θα κινηθούν μεταξύ του θαλάμου και του προαύλιου των φυλακών, του πραγματικού και του νοερού. ΄Οταν τελικά έρχεται ο αρχιφύλακας ακούγεται ο φυλακισμένος που φώναζε να ζητάει επιπλέον χάπια (προφανώς ηρεμιστικά ως υποκατάστατα ναρκωτικών). Ο αρχιφύλακας αρνείται κι ο κρατούμενος απειλεί να κόψει τις φλέβες του. Λίγο αργότερα φωνές πανικού. Ο κρατούμενος έχει κόψει τις φλέβες του. Το κείμενο κλείνει με την απαντοχή του φυλακισμένου, από τη μεριά του οποίου δίνεται το περιστατικό, να πραγματοποιήσει το περιεχόμενο των ρεμβασμών του, όταν απολυθεί, μετά από δέκα χρόνια.
Το βιβλιαράκι του Παστουρματζή, αν δεν περάσει απαρατήρητο, θα περάσει σίγουρα στα ψιλά της αγοράς. Γιατί μεταξύ άλλων, δεν είναι γραμμένο με τη συνταγή της συρμού που θέλει πορνό, “σύγχρονα” ήθη, αθυροστομίες, παραδοξότητες, εξυπναδίστικο πνεύμα κ.λ.π. Εντούτοις, στην πλάστιγγα των αξιών βαραίνει πολύ περισσότερο από τα κατά πολύ ογκωδέστερα βιβλία πολλών γραφομανών που λυμαίνονται τη δημοσιότητα.

Οκτώβρης 1996

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Γραφή του εγκλεισμού

του Μισέλ Φάις

εφημ. Tύπος της Kυριακής, 18 Φεβρουαρίου 1996

Τον Δημήτρη Παστουρματζή τον ακούσαμε για πρώτη φορά στο περιοδικό Εντευκτήριο. Φυλλομετρώντας το θεσσαλονικιώτικο περιοδικό, βλέπουμε στο πρώτο κιόλας τεύχος (Οκτώβριος 1987) κείμενό του στο αφιέρωμα «Σελίδες για τη φυλακή». ΄Εκτοτε διηγήματά του φιλοξενούσε κατά καιρούς ο Γιώργος Κορδομενίδης στο καλό περιοδικό του.

Λίγο πριν από τις γιορτές κυκλοφόρησε από τις Eκδόσεις Εντευκτηρίου μια συλλογή διηγημάτων του Δ. Παστουρματζή, με τίτλο Ο γενναίος που δεν είμαι. Πρόκειται για 11, συνολικά, μικρά κείμενα, όπου το μεγαλύτερο δεν υπερβαίνει τις έξι σελίδες.

Διαβάζουμε το λιτό βιογραφικό: «Ο Δημήτρης Η. Παστουρματζής γεννήθηκε το 1964 στις Σέρρες. ΄Εκανε φυλακή. Ζει και εργάζεται στις Σέρρες». Το ανθρωπολογικό και το αφηγηματικό φόντο όλων των διηγημάτων είναι ο χώρος της φυλακής. Και αυτό, όπως καταλαβαίνει κάποιος, δεν αποτελεί μυθοπλαστική επιλογή αλλά επιβεβλημένη βιοτική συνθήκη.

Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, ο νεαρός διηγηματογράφος πρέπει ευθύς εξαρχής να διαφοροποιηθεί από τις συγκινητικές αλλά εν πολλοίς πρόχειρες γραπτές επιδόσεις των φυλακισμένων: είτε αυτές έχουν στενά αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, είτε στρέφονται γύρω από κάποιο μύθο. Θέλω να πω, με άλλα λόγια, ότι ο δαίμονας του Παστουρματζή θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν η θάλασσα, η νοσηρή οικογενειακή του κατάσταση ή η ξενιτιά.

Καθώς η αξία αυτού του βιβλίου δεν κρίνεται στη θεματική του αλλά από την αξιοποίηση του βιωματικού υλικού. Θα επισημάνω ένα μόνο σημείο πεζογραφικού ήθους,το οποίο είναι αξιοπρόσεκτο για πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα.

Ο αφηγητής αν και σε όλες τις ιστορίες ταυτίζεται με τον συγγραφέα, εντούτοις κρατάει μια απόσταση από τα δρώμενα. Αυτό το φίλτρο που βάζει ο Παστουρματζής ανάμεσα στις λέξεις και στα πράγματα (και μάλιστα πράγματα που τον καίνε τόσο βαθιά) μαρτυρεί ένστικτο και ωριμότητα. Η θερμοκρασία της φωνής του ομιλεί συγκρατημένη, αντιδραματική και ελλειπτική· «δείχνει» περισσότερα απ’ όσα «λέει» (που θα μας έλεγε και ο Χένρι Τζέιμς).

Πρόκειται, σχηματικά, για μια χαμηλότονη αφηγηματική γραμμή που κινείται στους αντίποδες του Ζαν Ζενέ. Αφού ακόμα και ο αντιηρωικός τόνος του Παστουρματζή έχει έναν χαρακτήρα ταπεινότητας και συντριβής, εκεί όπου ο Γάλλος συγγραφέας βλέπει γκροτέσκο και μεγαλείο.

Σε γενικές γραμμές, ο αφηγητής μετεωρίζεται ανάμεσα σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν και σε ένα βάναυσο παρόν. Για το μέλλον οι κουβέντες διχάζονται: άλλοτε πικρίζουν υπό το βάρος της αβάσταχτης αναμονής και άλλοτε κρύβουν ένα ανυπότακτο πείσμα ζωής, το οποίο μερικές φορές αποπνέει άρωμα γήινης μεταφυσικής. Και εξαιτίας αυτών των γνωρισμάτων, ο εγκλεισμός ανοίγεται σε πλατύτερα πεδία. Από σωφρονιστικός γίνεται υπαρξιακός, από ατομική περίπτωση ευρύτερο βίωμα.

Το Ο γενναίος που δεν είμαι θα συνιστούσα να το διαβάσουν όλοι οι αρμόδιοι του σωφρονιστικού συστήματος (θεσμικοί και μη): από τον υπουργό Δικαιοσύνης, τους ποινικολόγους έως τους δημοσιογράφους. ΄Ολοι αυτοί δηλαδή που είτε κλείνουν τα μάτια είτε, ένα και το αυτό, κάνουν θέαμα όψεις του δικού μας εντέλει εαυτού.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

Ζοφερός μικρόκοσμος

του Δημήτρη Δασκαλόπουλου

Δημήτρης Η. Παστουρματζής. «Ο γενναίος που δεν είμαι». Διηγήματα. Εκδόσεις Εντευκτηρίου. Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 56.

Οι φυλακές και οι φυλακισμένοι είναι ένα πρόβλημα που επανέρχεται κάθε τόσο στην επικαιρότητα ― άλλοτε με τις στάσεις των κρατουμένων, άλλοτε με τις καταγγελίες για διακίνηση ναρκωτικών και για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης στους χώρους όπου υποτίθεται ότι εφαρμόζεται σωφρονιστική πολιτική. ΄Ενα βιβλίο πρώην τροφίμου των φυλακών πιθανότατα θα συγκινούσε τους ευαίσθητους πολίτες αυτής της χώρας ή τους κοινωνιολόγους και τους θεωρητικούς του δικαίου και της ποινής, δεν θα προκαλούσε όμως το άμεσο ενδιαφέρον όσων ασχολούνται με ζητήματα λογοτεχνίας.

Η φωνή του μέχρι πρότινος άγνωστου στον χώρο της λογοτεχνίας Δημήτρη Η. Παστουρματζή. όπως αρθρώνεται στο πρόσφατο, πρώτο βιβλίο του Ο γενναίος που δεν είμαι, επιβάλλει να προσέξουμε την περίπτωσή του, επειδή διαθέτει σπάνιες αφηγηματικές αρετές. Στα έντεκα σύντομα διηγήματα που απαρτίζουν το βιβλίο, ο Πασουρματζής δεν κάνει κήρυγμα, ούτε διαλογίζεται πάνω στις τραγικές συνθήκες που επικρατούν στις ελληνικές φυλακές.

Επιπλέον, δεν εκμεταλλεύεται την προσωπική του εμπειρία από τον εγκλεισμό στη φυλακή, για να επισύρει την συμπάθεια ή την ευμένεια του αναγνώστη.

Ο μικρόκοσμος της φυλακής περιγράφεται εδώ ως μιά δεδομένη κοινωνία ανθρώπων, χωρίς να αναζητούνται οι αιτίες και οι αφορμές που οδήγησαν καθέναν από τους κρατούμενους στον εγκλεισμό. Ο συγγραφέας επιμένει σε συγκεκριμένες συμπεριφορές των φυλακισμένων με τους οποίους συναγελάστηκε, κάτω από τους άγραφους κανόνες και τις συνήθειες της αναγκαστικά κοινής ζωής τους. Χωρίς ίχνος αγιοποίησης ή επιδεικτικής αυταρέσκειας, μας μεταφέρει στιγμιότυπα που δικαιώνονται και καταξιώνονται ως λογοτεχνική γραφή.

Η εκπληκτική οικονομία λόγου ισορροπεί με την αφηγηματική πληρότητα, αλλά και με την υπαινικτική γραφή (ιδίως στις καταληκτικές φράσεις κάθε διηγήματος), όταν το απαιτούν οι αφηγηματικές ανάγκες.

Ο Παστουρματζής, παραμένοντας στο περιθώριο των όσων διηγείται, έχει κατορθώσει να συλλάβει και, με την ίδια ευαίσθητη οπτική, να αποδώσει το κλίμα και τα τραγικά ανθρώπινα γεγονότα που συντελούνται στις φυλακές. Η ώριμη γραφή του έχει το χάρισμα να διατηρεί τη φρεσκάδα και την αμεσότητα της σχεδόν φωτογραφικής αποτύπωσης συγκεκριμένων στιγμών. Παράλληλα, ξέρει και μπορεί να απομονώνει τη φορτισμένη ατμόσφαιρα μιας δεδομένης ώρας στη συμβίωση των κρατουμένων.

Ακόμη και σε ορισμένα διηγήματα που κινδυνεύουν από συναισθηματική υπερχείλιση, ο Παστουρματζής ελέγχει απολύτως τη γραφή του και δεν παρασύρεται σε υπερβολές. Παράδειγμα, τα διηγήματα που επιγράφονται «Μετέωρο στον χρόνο» και «10/ Χαριλάου - Νέος σιδηροδρομικός σταθμός».

Δεν γνωρίζω αν ο Παστουρματζής θα εξακολουθήσει να γράφει, τώρα που απολαμβάνει τη χαρά του ελεύθερου βίου. Το γεγονός είναι ότι μας πρόσφερε με το βιβλίο Ο γενναίος που δεν είμαι ένα υπόδειγμα λιτότητας και εκφραστικής οικονομίας, από το οποίο αρκετά θα είχαν να διδαχτούν οι πάμπολλοι, σχεδόν υπεράριθμοι, σημερινοί πεζογράφοι μας.

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Συγγραφείς και κείμενα

του Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗ

εφημ. Tο Bήμα της Kυριακής, 3 Aπριλίου 1994



Μιά κρίσιμη, υποθέτω, πολιτική και πολιτιστική ερώτηση: Ενδιαφέρουν περισσότερο τα υποκείμενα ή τα αντικείμενα; τα πρόσωπα ή τα έργα; Στην πρώτη περίπτωση η κρίση μας προκαταλαμβάνεται από τη θετική ή την αρνητική μας απόφαση για το ένα ή το άλλο πρόσωπο: ό,τι κάνει ο α είναι καλό, ο β κακό, ο γ μέτριο ή ουδέτερο. Στη δεύτερη περίπτωση η προσοχή μας συγκεντρώνεται, όπως λέει και ο Ηρόδοτος, στα γενόμενα και στα έργα, ασχέτως αν ανήκουν στους «΄Ελληνες» ή στους «βαρβάρους».
Το προηγούμενο δίλημμα επηρεάζει αποφασιστικώς την πολιτική μας ζωή. Για τους προσωποκεντρικούς τα έργα, καθεαυτά, ή δεν τίθενται καθόλου υπό κρίση ή κρίνονται συλλήβδην ως γενική επικύρωση η απόρριψη του πράττοντος. Οι εργότιμοι αντιθέτως επιμένουν να διακρίνουν και να διαβαθμίζουν πολιτικές πράξεις και πολιτικά πράγματα εξ αντικειμένου και εξ αποτελέσματος, αδιάφορο σε ποιόν ανήκουν. Χοντρικώς μετρημένες οι δύο αυτές κατηγορίες ορίζουν τον κανόνα και την εξαίρεση: η προσήλωση στα πρόσωπα θεωρείται πολιτικός ρεαλισμός· η προσοχή στα πράγματα διανοουμενίστικη ιδιορρυθμία.
Το ανισόρροπο αυτό δίλημμα ρυθμίζει λίγο πολύ και την πολιτιστική μας πρακτική και κρίση. Αναζητούμε και εφευρίσκουμε επιφανείς επιστήμονες, καλλιτέχνες, λογοτέχνες· λιγότερο ενδιαφέρουν τα συγκεκριμένα έργα της επιστήμης, της τέχνης,της λογοτεχνίας· δεν φαίνεται να μας περνά καν από το νου ότι ενδέχεται σε ένα διάσημο όνομα να αντιστοιχούν κάποτε και ασήμαντα ή μέτρια πεπραγμένα· σε ένα άσημο σημαντικά ή και πολύ αξιόλογα.
Για να μείνω στην οικειότερη περιοχή της λογοτεχνίας θυμίζω ότι: αν αφαιρεθεί λ.χ. ή εκπέσει από ένα ποίημα ή ένα αφήγημα το όνομα του συγγραφέα, η κριτική μας αμηχανία είναι δεδομένη· αντιθέτως θεωρούμε εξαρχής κάθε κείμενο του Καβάφη ή του Σεφέρη άκρως σημαντικό· τα λεγόμενα πρωτόλεια αντιμετωπίζονται κατά κανόνα με κριτική επιφύλαξη, ασχετως της πραγματικής τους αξίας· ή με την έπαρση του λαγωνικού, που μυρίστηκε κάποιον εκκολαπτόμενο συγγραφέα.
H διαστροφική αυτή προκατάληψη ισχύει ακόμη και για τα λογοτεχνικά περιοδικά, τα οποία θα έπρεπε εξ ορισμού να διαφέρουν σε τούτο το κρίσιμο σημείο από τα αυτοτελή βιβλία, που επισκιάζονται από το όνομα του συγγραφέα: αντί, δηλαδή, τουλάχιστον αυτά, να προβάλλουν κείμενα, υπολογίζουν κυρίως στα συγγραφικά ονόματα. Οι εξαιρέσεις και εδώ είναι ελάχιστες και μάλλον μερικές. Θα επιμείνω σε ένα παράδειγμα.
Εδώ και κάμποσα χρόνια κυκλοφορεί το εκ Θεσσαλονίκης Εντευκτήριο ― έφτασε ήδη στο 25ο τεύχος του. Η πυκνή συνεργασία μου τελευταία με το περιοδικό ελπίζω να μη θολώνει την κρίση μου: πρόκειται όντως για καλό περιοδικό, μπορεί και το καλύτερο του είδους του. ΄Αλλο όμως ξεκίνησα να πω: όσο προχωρεί τον δύσκολο δρόμο του το Εντευκτήριο, τόσο και καθαρότερα χαράσσει τη γραμμή του ― συντάσσει αξιόλογα κείμενα, όχι γνωστά ονόματα.
Απόδειξη, το τελευταίο τεύχος που επιφυλάσσει σε τούτο το κεφάλαιο περισσότερες από μία εκπλήξεις. Σταματώ επίτηδες σε δύο συνοπτικά αφηγήματα (οι τίτλοι τους: «Κανόνας», «Διάπλασις σώματος»· η σφραγίδα τους Αγροτικές Φυλακές Κασσάνδρας), που επιγράφονται από ένα παντελώς άγνωστο και αντιλογοτεχνικό όνομα: Δημήτρης Η. Παστουρματζής.
Με τα συμβατικά μας μέτρα θα έπρεπε να τα χαρακτηρίσουμε πρωτόλεια· στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με δύο κείμενα εκπληκτικής αφηγηματικής οικονομίας και αποσταγμένης βιογλωσσικής εμπειρίας που δεν παίζει με τον πόνο της. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι επώνυμοι πεζογράφοι και κριτικοί μάλλον τα προσπέρασαν· άλλως θα είχαν πολλά να διδαχτούν και να διδάξουν ως προς τη διάκριση έργων και προσώπων, ονομάτων και πραγμάτων, στον χώρο της λογοτεχνίας μας. Σταματώ όμως γιατί κινδυνεύω να παίξω, άθελά μου, τον ρόλο λαγωνικού, ενώ η πραγματική μου πρόθεση είναι να υπογραμμίσω την αξία δύο κειμένων. Τα άλλα είναι υπόθεση χρόνου και τύχης.

Free Blog Counter
Poker Blog